καρδία


καρδία
καρδία, , (1) das Herz; ἐν δέ τέ οἱ κραδίη μεγάλα στέρνοισι πατάσσει, schlägt in der Brust. Häufig als Sitz der Gefühle und Leidenschaften, bes. der Furcht; ὀρχεῖται καρδία φόβῳ, denn bei der Furcht schlägt der Puls schneller; Sitz des Mutes, des Zornes, der Freude, der Trauer, der Liebe; ἐκ τῆς καρδίας με φιλεῖς, liebst mich von Herzen. Aber τὸ ἀπὸ καρδίας λέγειν ist = vom Herzen, von der Leber wegsprechen. Übh. Neigung, Begierde. Dah. κλῦϑι μου πρόφρονι καρδίᾳ, mit wohlwollendem Herzen; τίνα οἴει καρδίαν ἔχειν, welche Gesinnung. Aber auch der Sitz des Denkvermögens. (2) der obere Magenmund. (3) das Mark der Pflanzen, auch der Kern des Holzes. (4) καρδία ϑαλάσσης, die Tiefe

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • καρδία — καρδίᾱ , καρδία heart fem nom/voc/acc dual (ionic) καρδίᾱ , καρδία heart fem nom/voc sg (attic doric ionic aeolic) καρδίᾱ , καρδιάω pres imperat act 2nd sg καρδίᾱ , καρδιάω imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Καρδία — Καρδίᾱ , Καρδίη heart fem nom/voc/acc dual Καρδίᾱ , Καρδίη heart fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Καρδίᾳ — Καρδίᾱͅ , Καρδίη heart fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καρδιά — Μυώδες κοίλο όργανο με τέσσερις χώρους, η λειτουργία του οποίου είναι θεμελιώδης για την κυκλοφορία του αίματος, καθώς παραλαμβάνει το αίμα από τις φλέβες και ως αντλία το τροφοδοτεί στις αρτηρίες. Η κ. του ανθρώπου βρίσκεται στο πρόσθιο μέσο… …   Dictionary of Greek

  • καρδιά — η 1. το κεντρικό όργανο της κυκλοφορίας του αίματος: Έκανε εγχείρηση στην καρδιά. 2. ψυχική διάθεση, όρεξη: Δουλεύει χωρίς καρδιά. 3. το κέντρο μιας περιοχής: Χάθηκε στην καρδιά της Αφρικής. 4. το εσωτερικό μέρος φυτού ή καρπού: Τρώει πάντα την… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • καρδίᾳ — καρδίαι , καρδία heart fem nom/voc pl (ionic) καρδίᾱͅ , καρδία heart fem dat sg (attic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καρδιά — [кардья] ουσ. Θ. сердце …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Τὸ ἐν τῇ καρδία τοῦ νήφοντος, ἐπὶ τῆς γλώττης ἐστὶ τοῦ μεθύοντος. — τὸ ἐν τῇ καρδία τοῦ νήφοντος, ἐπὶ τῆς γλώττης ἐστὶ τοῦ μεθύοντος. См. Что у трезвого на уме, то у пьяного на языке …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Στίγμη αἱματίνη ἐν τῷ λευκῷ ἡ καρδία: τοῦτο δὲ τὸ σημεῖον πηδᾷ καὶ κινεῖται, ὥσπερ ἔμψυχον. — См. Животрепещущий …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • καρδίας — καρδίᾱς , καρδία heart fem acc pl (ionic) καρδίᾱς , καρδία heart fem gen sg (attic doric ionic aeolic) καρδίᾱς , καρδιάω imperf ind act 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καρδίαν — καρδίᾱν , καρδία heart fem acc sg (attic doric ionic aeolic) καρδίᾱν , καρδιάω imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) καρδίᾱν , καρδιάω imperf ind act 1st sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.